ΕΙΔΗ ΑΟΡΙΣΤΟΥ

ΕΙΔΗ ΑΟΡΙΣΤΟΥ

Καταλήξεις (ομαλών ρημάτων):

-σα: Ενεργητικός Αόριστος α΄ π.χ. ἔλυ-σα

-α: Ενεργητικός Αόριστος α΄ άσιγμος π.χ. ἔμειν-α

-ον: Ενεργητικός Αόριστος β΄ π.χ. ἔβαλ-ον

-σάμην: Μέσος Αόριστος α΄ π.χ. ἐλυ-σάμην

-άμην: Μέσος Αόριστος άσιγμος π.χ. ἐστειλ-άμην

-όμην: Μέσος Αόριστος β΄ π.χ. ἐβαλ-όμην

-θην: Παθητικός Αόριστος α΄ π.χ. ἐλύ-θην

-ην: Παθητικός Αόριστος β΄ π.χ. ἐγράφ-ην

ΑΟΡΙΣΤΟΣ Α΄ ΑΣΙΓΜΟΣ

Τα ρήματα που έχουν χαρακτήρα υγρό ή ένρινο (λ,ρ – μ,ν) σχηματίζουν Μέλλοντα σε –ῶ

(που κλίνεται κατά το ποιέω –ῶ) και αόριστο α΄ άσιγμο με μακρόχρονη παραλήγουσα.

ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ (ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ – ΜΕΣΟΣ)

α) Η Οριστική κλίνεται όπως ο Παρατατικός π.χ. ἔβαλον – ἔλυον / ἐγενόμην – ἐλυόμην.

β) Οι υπόλοιπες εγκλίσεις έχουν τις καταλήξεις του Ενεστώτα

Π.χ. Υποτ.: βάλω – λύω / γένωμαι – λύωμαι

Ευκτ.: βάλοιμι – λύοιμι / γενοίμην – λυοίμην

Προστ.: βάλε – λῦε / γενοῦ – λύου κτλ.

γ) Η Προστακτική Μέσης Φωνής στο β΄ πρόσωπο Ενικού τονίζεται στη λήγουσα και

περισπάται π.χ. γενοῦ / βαλοῦ (αλλά: ο Ενεστώτας λύου).

δ) Το απαρέμφατο και η μετοχή ενεργητικής φωνής τονίζονται στη λήγουσα και η μετοχή

παίρνει οξεία

Π.χ. ἔβαλον: βαλεῖν / βαλών, βαλοῦσα, βαλόν (αλλά: λύειν / λύων, λύουσα, λῦον).

ε) Το απαρέμφατο του Μέσου Αορίστου β΄ τονίζεται στην παραλήγουσα π.χ. γενέσθαι,

βαλέσθαι (αλλά: λύεσθαι).

στ) Η Προστακτική Ενεργητικού Αορίστου β΄ τονίζεται όπως η Προστακτική του λύω π.χ.

ἔφυγον  φύγε / ἔβαλον  βάλε (όπως: λῦε). Εξαιρούνται και κατεβάζουν τον τόνο στη

λήγουσα τα εξής: ἐλθέ, εὑρέ, ἰδέ, λαβέ, εἰπέ. Τα ρήματα αυτά, όταν είναι σύνθετα με

πρόθεση, ανεβάζουν τον τόνο στην τελευταία συλλαβή της πρόθεσης: ἄπ-ελθε, ἔξ-ευρε, κάτ-

ιδε, σύλ-λαβε, ἄπ-ειπε.

Ο ΤΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗΣ ΜΕΣΟΥ ΑΟΡΙΣΤΟΥ Α΄

Το β΄ Ενικό πρόσωπο της απλής Προστακτικής Μέσου Αορίστου α΄ τονίζεται πάντοτε στην

προπαραλήγουσα, όταν αυτή είναι υπερδισύλλαβη.

Π.χ. ἀλλάττομαι  ἠλλαξάμην  ἄλλαξαι

αἰτοῦμαι  ᾐτησάμην  αἴτησαι

στρατεύομαι  ἐστρατευσάμην  στράτευσαι κτλ.

ΑΟΡΙΣΤΟΙ Β΄ ΠΟΥ ΚΛΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ ΣΕ -ΜΙ

Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Απαρέμφατ

ο

ἔβην βῶ βαίην – βῆναι

ἔβης βῇς βαίης βῆθι

ἔβη βῇ βαίη βήτω Μετοχή

ἔβημεν βῶμεν βαίημεν/βαῖμεν – βάς (βάντος)

ἔβητε βῆτε βαίητε/βαῖτε βῆτε βᾶσα

ἔβησαν βῶσι βαίησαν/βαῖεν βάντων/βήτωσαν βάν

Επιμέλεια: Ευγενία Κελαράκου Φιλόλογος